ΠΟΛ. 1125/2000
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ 12η
Αθήνα, 4 Απριλίου 2000
Αριθ. Πρωτ.: 1029358/10420/Β0012
ΠΟΛ.: 1125
ΘΕΜΑ: Υποχρέωση καταβολής διαφημιστικού τέλους υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων για τα μεμονωμένα προϊόντα που διαφημίζονται επί των υλικών συσκευασίας των πωλουμένων από επιχειρήσεις ή καταστήματα ειδών, καθώς και για τα ένθετα που διανέμονται δωρεάν μαζί με τις εφημερίδες ή περιοδικά.
- Σχετικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε ότι το ΝΣΚ με την αριθ. 25/2000 γνωμοδότησή του, την οποία αποδέχθηκε ο Υπουργός Εσωτερικών Δημόσιας Δ/σης και Αποκ/σης, γνωμοδότησε ότι:
α. Η αναγραφή επί των υλικών συσκευασίας (χαρτί περιτυλίγματος, τσάντες, κουτιά συσκευασίας κλπ.) της επωνυμίας της επιχείρησης ή του καταστήματος καθώς και των πωλουμένων από αυτή εμπορευμάτων δεν συνιστά διαφήμιση, αλλά αποτελεί αναγκαίο μέσο συσκευασίας για την εξυπηρέτηση των συναλλαγών και κατά συνέπεια δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση καταβολής διαφημιστικού τέλους. Αντίθετα, η αναγραφή στα υλικά συσκευασίας στοιχείων ξένων προς την επωνυμία και κυρίως προς το αντικείμενο της επιχ/σης ή του καταστήματος ή εμφαντικής προβολής μεμονωμένου και ειδικά προσδιορισμένου προϊόντος, συνιστά διαφήμιση και συντρέχει υποχρέωση καταβολής του ανωτέρω τέλους.
β. Τα ένθετα διαφημιστικά φυλλάδια, που διανέμονται δωρεάν μαζί με τις εφημερίδες ή περιοδικά, συνιστούν διαφήμιση και η συγκεκριμένη δαπάνη υπόκειται σε διαφημιστικό τέλος υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων.
- Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για την αναγνώριση της σχετικής δαπάνης για την προβολή επί των υλικών συσκευασίας (τσάντες, κουτιά, χαρτί περιτυλίγματος κλπ.), μεμονωμένου και ειδικά προσδιορισμένου προϊόντος θα πρέπει να έχει καταβληθεί το τέλος διαφήμισης μέχρι και τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη δαπάνη των ένθετων διαφημιστικών φυλλαδίων των επιχειρήσεων που διατίθενται δωρεάν μαζί με τις εφημερίδες ή περιοδικά.
Αντίθετα, η δαπάνη για την αγορά των υλικών συσκευασίας, επί των οποίων αναγράφονται τα στοιχεία της επιχ/σης καθώς και των πωλουμένων από αυτή προϊόντων, θα αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, χωρίς να ερευνάται αν έχει καταβληθεί το υπόψη τέλος.
- Συνημμένα, σας κοινοποιούμε την 25/2000 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, για πληρέστερη ενημέρωσή σας.
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΔΙΟΝ. ΚΟΥΝΑΔΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Αριθμός Γνωμοδοτήσεως 25/2000
Περίληψη ερωτημάτων : α) Εάν υπόκεινται στο τέλος διαφήμισης, υπέρ των δήμων και κοινοτήτων, οι επιχειρήσεις καταστήματα κλπ. για τις δαπάνες των υλικών συσκευασίας των προϊόντων τους, επί των οποίων αναγράφονται τα στοιχεία της επωνυμίας τους ή των προϊόντων τους, καθώς και εάν υφίσταται η αυτή υποχρέωση προκειμένης αναγραφής στοιχείων ξένων προς το κατάστημα ή την επιχείρηση, δια των οποίων προβάλλονται διάφορα προϊόντα.
και β) Εάν υφίσταται υποχρέωση καταβολής των αυτών τελών για τα ένθετα φυλλάδια, τα οποία διανέμονται μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά.
Επί των πρόσθεν ερωτημάτων το τμήμα εγνωμοδότησεν, ομοφώνως, ως ακολούθως:
Αί. Από το άρθρο 15 παρ. 1 του Β.Δ/τος 24 Σεπτ. /20 Οκτ. 1958 “Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί προσόδων Δήμων και Κοινοτήτων”, προβλέπεται η επιβολή υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλους για κάθε διαφήμιση, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή, σε χώρους, που βρίσκονται μέσα στα διοικητικά τους όρια. Ο συντελεστής του τέλους καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, κατά περιοχή και κατηγορία διαφήμισης.
ii. Στην κατηγορία Δ της άνω διάταξης, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο αυτής από το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν.2130/1993 (Α 62) ορίζονται τα εξής:
- “Για διαφημίσεις που γίνονται με ημερολόγια, δώρα, έντυπα κάθε είδους παραστάσεις ή λέξεις σε αυτοκόλλητα ή είδη με διαφημιστικές παραστάσεις ἡ λέξεις ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπον, καθώς και για διαφημίσεις που γίνονται από αέρος με οποιονδήποτε τρόπο, το τέλος ορίζεται σε ποσοστό 6% επί της δαπάνης της διαφήμισης”.
Το προειρημένο ποσοστό 6% έχει περιορισθεί σε 2%, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2753/1999 (Α ́ 249).
iii. Περαιτέρω με το επόμενο εδάφιο της αυτής κατηγορίας (Δ) καθώς και με τις παραγράφους 2 και 3 της αυτής διατάξεως, προβλέπονται τα ακόλουθα:
- “Ως δαπάνη διαφήμισης για την κατηγορία αυτή λογίζεται το ποσό που καταβάλλεται από τον διαφημιζόμενο για τη διενέργεια της διαφήμισης, στο οποίο περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε άλλης φύσεως δαπάνη που έγινε χάριν της διαφήμισης.
- Εξαιρούνται του τέλους της παρ. 1 του άρθρου αυτού διαφημίσεις που γίνονται στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.
- Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου τα υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου τέλη δύνανται να αναπροσαρμόζονται μέχρι 15% ετησίως”.
Β. Ως διαφήμιση θεωρείται η μορφή επικοινωνίας, η οποία έχει ως στόχο την ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών και γενικότερα τον επηρεασμό της κοινής γνώμης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο του διαφημιστικού μηνύματος εξαρτώνται από το είδος του προϊόντος ή της υπηρεσίας που διαφημίζεται, από το μέσο, από το κοινό στο οποίο απευθύνεται κλπ.
Γί. Υπό την προεκτεθείσα έννοια, η αναγραφή επί των υλικών συσκευασίας των επιχειρήσεων, καταστημάτων κλπ. (χαρτιού περιτυλίγματος, τσαντών κλπ.) της επωνυμίας της επιχειρήσεως ή του καταστήματος, καθώς και των πωλουμένων, υπ’ αυτών, προϊόντων, δεν συνιστά, αναγκαίως, διαφήμιση, εφόσον δεν αποσκοπεί, κατά κύριο λόγο, στην ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών και τον ευρύτερο επηρεασμό της κοινής γνώμης, αλλά αποτελεί αναγκαίο μέσο συσκευασίας το οποίο συνάπτεται με εξυπηρέτηση συγκεκριμένης συναλλαγής, που αφορά, αποκλειστικώς, δεδομένους αγοραστάς και εν πάση περιπτώσει έχει το χαρακτήρα του δηλωτικού στοιχείου της ταυτότητος της επιχειρήσεως ή του καταστήματος και του αντίστοιχου εμπορικού αντικειμένου τους.
ii. Εξάλλου, δεν πρόκειται περί ειδικής κατασκευής (υπό μορφή δώρου), ούτε αποβλέπει, αναγκαίως, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των πελατών και στη διαφημιστική προβολή, η οποία, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ενυπάρχουσα, λειτουργεί, εμμέσως, και όχι κατά κύριο επιδιωκόμενο σκοπό (αντίθετη ΣτΕ 1423/1984).
iii. Αντιθέτως, εάν πρόκειται περί αναγραφής στα ίδια υλικά συσκευασίας, στοιχείων ξένων προς την επωνυμία και κυρίως προς το αντικείμενο της επιχειρήσεως ή του καταστήματος ή εμφαντικής προβολής μεμονωμένου και ειδικά προσδιορισμένου προϊόντος, τότε πληρούται η έννοια της διαφήμισης και συντρέχει αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής του ανωτέρου δημοτικού τέλους.
Δί. Κατά την προπαρατεθείσα διάταξη εξαιρούνται του κρίσιμου δημοτικού τέλους, διαφημίσεις που γίνονται στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.
ii. Ως διαφημίσεις, που γίνονται στις εφημερίδες και στα περιοδικά, στις οποίες και εστιάζεται το ερώτημα, προδήλως νοούνται εκείνες οι οποίες είναι τυπογραφικά ενσωματωμένες στ’ αντίστοιχα μέσα, υπό την έννοια, ότι συγκροτούν αναπόσπαστο στοιχείο της έντυπης, εσωτερικής τους, ύλης.
Αντιθέτως διαφημιστικά φυλλάδια, υπό μορφή ενθέτων, τα οποία και απεξαρτημένα είναι της έντυπης εσωτερικής ύλης και που, εν πάση περιπτώσει, και αυτοτελώς θα μπορούσαν να τύχουν διανομής, με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν, ότι εμπίπτουν στην προμνημονευθείσα απαλλαγή.
Ε. Κατ ́ ακολουθία των σκέψεων που προπαρατέθηκαν, το τμήμα εγνωμοδότησε, ομοφώνως, επί των τεθέντων ερωτημάτων, ως εξής:
αι. Δεν υπόκειται στο κρίσιμο τέλος διαφήμισης, υπέρ των ΟΤΑ, η αναγραφή επί των υλικών συσκευασίας (τσάντες, χαρτί περιτυλίγματος) των δηλωτικών στοιχείων της επωνυμίας της επιχειρήσεως ή του καταστήματος, και του εμπορικού αντικειμένου τους, διότι, η τοιαύτη αναγραφή δεν συνιστά διαφήμιση.
ii. Αντιθέτως, πρόκειται περί διαφημίσεως, και συντρέχει υποχρέωση καταβολής του περί ου πρόκειται τέλους, όταν στα ίδια υλικά συσκευασίας προβάλλονται στοιχεία μη δηλωτικά της επωνυμίας της επιχειρήσεως ή του καταστήματος και των υπ’ αυτών πωλουμένων προϊόντων.
β. Τα ένθετα διαφημιστικά φυλλάδια που διανέμονται μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, υπόκεινται στο ανωτέρω τέλος διαφήμισης.
λέξεις ή με άλλο παρόμοιο τρόπο, καθώς και για διαφημίσεις που γίνονται από τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο, το τέλος ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της δαπάνης διαφήμισης. Τα ένθετα διαφημιστικά φυλλάδια, που διαμένονται μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, υπόκεινται στο ανωτέρω τέλος διαφήμισης. β. Η προβολή προϊόντων σε χώρους καταστημάτων, που γίνεται είτε με την τοποθέτησή τους σε ειδικά σημεία εντός του καταστήματος είτε με έντυπα, δώρα, επιγραφές κάθε είδους είτε με άλλο παρόμοιο τρόπο, θεωρείται διαφήμιση και υπόκειται σε τέλος διαφήμισης, βάσει των εκδιδομένων από τα καταστήματα τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Το τέλος υπολογίζεται με συντελεστή 2% επί της διαφημιστικής δαπάνης που καταβάλλεται για τις πράξεις αυτές. Προβολή προϊόντων που εντάσσεται στην παραπάνω έννοια της διαφήμισης συνιστούν οι εξής ενέργειες: – η ενοικίαση χώρων σε ειδικά ράφια, – η τοποθέτηση προϊόντων σε ειδικές προθήκες ή περίπτερα, – η διανομή δοκιμαστικών προϊόντων, – εκδηλώσεις – εκπλήξεις (“Happenings”) στους χώρους του καταστήματος, γ. Η απόδοση του τέλους, για όλες τις ενέργειες της κατηγορίας αυτής, γίνεται πάντοτε από τον διαφημιζόμενο, μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Η καταβολή πραγματοποιείται σε οποιοδήποτε γραφείο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων λειτουργεί σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και αποδεικνύεται με την παροχή ανάλογου παραστατικού στοιχείου (διπλότυπου). Το σύνολο των ποσών που εισπράττονται αποτελεί πόρο ειδικού λογαριασμού, που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδεται στους δήμους και κοινότητες. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται η διαδικασία, ο χρόνος, ο τρόπος, τα κριτήρια και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για την απόδοση των τελών στους Ο.Τ.Α. α’ βαθμίδας, δ. Ως δαπάνη διαφήμισης για τις διαφημίσεις της παρούσας κατηγορίας είναι το ποσό που καταβάλλεται από τον διαφημιζόμενο για τη διενέργεια της διαφήμισης, με βάση το φορολογικό στοιχείο που πρέπει να εκδίδεται για κάθε περίπτωση. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης απόδοσης των οφειλόμενων τελών οι σχετικές δαπάνες διαφήμισης δεν αναγνωρίζονται ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα, κατά τις φορολογικές διατάξεις”, β. ….., γ. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2001. δ. Το οφειλόμενο τέλος για διαφημίσεις της κατηγορίας Δ ́ της παρ. 1 του άρθ. 15 του Β.Δ/τος 24.9/20.10.1958 (ΦΕΚ 171 Α ́), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ανερχόμενο σε ποσοστό 6% για το χρονικό διάστημα από 23.4.1993 μέχρι 17.11.1999 και σε ποσοστό 2% για το χρονικό διάστημα από 18.11.1999 μέχρι 31.12.2000 καταβάλλεται στους δικαιούχους δήμους και κοινότητες, με σχετική δήλωση του αντίστοιχου, κατά τις οικείες προβλέψεις, υπόχρεου, μέχρι τις 31.12.2001 χωρίς την επιβολή οποιασδήποτε προσαύξησης ή τυχόν άλλης κύρωσης, περιλαμβανομένων και των περιπτώσεων για τις οποίες εκκρεμούν σχετικές προσφυγές στα δικαστήρια”. Περαιτέρω, με την παρ. 5 του άρθ. 16 του Β.Δ. της 24.9.1958, όπως το άρθρο αυτό αντικατεστάθη από το άρθ. 9 του Ν. 1144/10.4.1981 (Α ́ 96/14.4.1981), ορίζεται ότι: “Η δαπάνη διαφημίσεως δεν αναγνωρίζεται ως δαπάνη της διαφημιζόμενης επιχειρήσεως, προκειμένου προσδιορισμού των κερδών αυτής, των υπαγομένων εις φορολογίαν εισοδήματος, εάν δεν αποδεικνύεται η καταβολή του αναλογούντος τέλους διά τριπλοτύπου εισπράξεως του οικείου δήμου ή κοινότητος”. Τέλος, με το άρθρο 18 του αυτού Β.Δ. ορίζεται ότι: “Των τελών διαφημίσεως απαλλάσσεται πάσα εν γένει επιγραφή ή διαφήμισις αναγεγραμμένη ή προσηρτημένη ή ανηρτημένη επί των στεγών, τοίχων, παραθύρων, προθηκών, θυρών καταστήματος, γραφείου ή οίκου και αφορώσα εις τας εργασίας αυτού”.
- Επειδή, όπως συνάγεται από τη λεπτομερή περιγραφή των υποκειμένων σε δημοτικό τέλος τρόπων διαφήμισης, την κατάταξή τους στις τέσσερις ως άνω κατηγορίες και την πρόβλεψη ιδιαιτέρου, κατά περίπτωση, ποσού και τρόπου υπολογισμού της σχετικής οφειλής, που γίνεται στο μνημονευμένο άρθ. 15 του Β.Δ. της 24.9/20.10.1958 ο καθορισμός των περιπτώσεων αυτών, παρά τη γενικότητα της διατύπωσης, του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, έχει περιοριστικό χαρακτήρα και έτσι δεν υπόκεινται σε τέλος οι διαφημίσεις εκείνες που από τον τρόπο διενέργειάς των, δεν μπορεί να υπαχθούν σε κάποια από τις ως άνω κατηγορίες ( Σ.Τ.Ε. 4221/1999, 4443/2001).
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στο Ν. Ηράκλειο Αττικής (οδός Μ. Αντύπα αρ. 92) και έχει ως αντικείμενο εργασιών τη βιομηχανική παραγωγή και εμπορία απορρυπαντικών και λευκαντικών που διατίθενται στην αγορά με τα σήματα SK…, RA…, KL…. κλπ., καλλυντικών και προϊόντων προσωπικής φροντίδας (οδοντόκρεμες, σαμπουάν, σαπούνια κλπ.) που διατίθενται στην αγορά με τα σήματα ΑΙ…, EL…, SUN…, RE… κλπ., παγωτών (AL…), καθώς και την εμπορία κατεψυγμένων προϊόντων (IG…) δήλωσε για το οικονομικό έτος 1996, ποσό φορολογητέου εισοδήματος 5.539.043.047 δραχμών. Από τον έλεγχο που ακολούθησε στα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης της εκκαλούσας, δε διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες ή ανακρίβειες που να καθιστούν ανέφικτο το λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτής, δεν αναγνωρίστηκαν, όμως, για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της και προστέθηκαν στα δηλούμενα καθαρά κέρδη της χρήσης, λογιστικές διαφορές συνολικού ύψους 616.765.884 δρχ. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθ. 19/19.10.1998 φύλλο ελέγχου το εισόδημά της προσδιορίστηκε λογιστικώς, μετά από προσθήκη στα καθαρά κέρδη που προέκυπταν από τα βιβλία της του προαναφερόμενου ποσού λογιστικών διαφορών. Με την από 21.10.1998 πράξη μερικού συμβιβασμού, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εκκαλούσας και της φορολογικής αρχής, η πρώτη αποδέχθηκε την προσθήκη στα καθαρά κέρδη της, ως λογιστικών διαφορών, ορισμένων από τα κονδύλια αυτά, συνολικού ποσού 433.821.711 δρχ., ενώ δεν επιτεύχθηκε εξώδικη επίλυση της διαφοράς ως προς το υπόλοιπο κονδύλιο ποσού 282.944.173 δρχ. το οποίο η φορολογική αρχή πρόσθεσε στα καθαρά της κέρδη, μη αναγνωρίζοντας ως εκπεστέο, με την αιτιολογία ότι αφορούσε δαπάνες διαφήμισης για τις οποίες δεν καταβλήθηκε το οφειλόμενο διαφημιστικό τέλος 6% υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 31 παρ. 1 περ. δι’ του Ν. 2238/1994 Σημ. Ε.Ο. Ε7 : Βλ. Κωδ. Ν. 2238/1994 άρθρο 31 παράγραφος 1 . Ειδικότερα, η λογιστική αυτή διαφορά, για την οποία δεν επιτεύχθηκε εξώδικη λύση της διαφοράς περιέχεται στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό 64.01.90.66 και με το γενικό τίτλο “διαφημιστικές προβολές προϊόντων”. Στο λογαριασμό αυτό, εκτός των άλλων καταχωρήθηκαν δαπάνες της εκκαλούσας για προωθητικές ενέργειες των προϊόντων της σε “Super Markets”. Οι ενέργειες αυτές συνίσταντο στην, ύστερα από συμφωνία της εκκαλούσας με τους επιχειρηματίες των Super Markets, παραχώρηση χώρου στα ράφια του καταστήματος ή κατάληψη ιδιαίτερου χώρου, όπου τοποθετούνταν τα προωθούμενα προϊόντα ή σχηματιζόταν πυραμίδα από φιάλες ή κιβώτια. Η αξία των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εκδόθηκαν για τις ενέργειες αυτές κατά την ένδικη χρήση, ανέρχεται στο ποσό των 282.944.173 δρχ. και αναφέρεται στην κατάσταση Νο 10, η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση έλεγχου. Στην κατάσταση αυτή αναφέρονται αναλυτικά ο αριθμός και η ημερομηνία εγγραφής, ο αριθμός και η ημερομηνία του παραστατικού που εκδόθηκε, η περιγραφή του τιμολογίου, το ποσό και η επωνυμία της επιχείρησης που εξέδωσε το τιμολόγιο. Εν όψει όλων των παραπάνω η φορολογική αρχή κατέληξε στην κρίση, ότι η τοποθέτηση των προϊόντων της εφεσίβλητης σε ιδιαίτερους χώρους και ράφια και μάλιστα σε περίοπτη θέση των Super Markets, γινόταν έναντι αμοιβής, προκειμένου αυτά να διακρίνονται από τα υπόλοιπα όμοιά τους και έτσι να προσελκύονται περισσότεροι πελάτες – αγοραστές, ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί διαφήμιση για την εκκαλούσα και ότι για τη δαπάνη αυτή έπρεπε να έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο δημοτικό τέλος που αναλογεί υπέρ δήμων και κοινοτήτων. Την κρίση δε αυτή της φορολογικής αρχής επεκύρωσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και εν όψει των όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά σε προηγούμενη σκέψη, σύμφωνα με τα οποία η γενόμενη στην παρ. 1 του άρθ. 15 του Β.Δ. της 24.9.20/10/1958 απαρίθμηση των υποκειμένων στο τέλος της παραγράφου αυτής μορφών διαφήμισης είναι περιοριστική, η δε κατά τον προεκτεθέντα τρόπο προβολή των προϊόντων της εκκαλούσας στα καταστήματα Super Market δεν υπάγεται σε καμιά από τις μορφές διαφήμισης που απαριθμούνται περιοριστικά στην προαναφερόμενη διάταξη, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νόμιμα η Φορολογική Αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση το ένδικο κονδύλιο των 282.944.173 δρχ., προσθέτοντας αυτό ως λογιστική διαφορά στα καθαρά κέρδη της εκκαλούσας κατά την υπόλοιπη χρήση, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι αφορούσε διαφημιστική δαπάνη, για την οποία δεν είχε καταβληθεί το διαφημιστικό τέλος της επίμαχης διάταξης, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης, έσφαλε λοιπόν η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί αυτή, ενώ περαιτέρω το Δικαστήριο τούτο δικάζοντας την προσφυγή, δέχεται αυτή και ακυρώνει το ένδικο φύλλο ελέγχου όπως αυτό μεταρρυθμίστηκε με την πράξη μερικού συμβιβασμού, μόνο κατά το μέρος που με αυτό προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στο εισόδημα της εκκαλούσας το ένδικο κονδύλιο των 282.944.173 δρχ. Τέλος, το Δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 275 παρ. 1 ΚΔΔ).
